Ένα ανοιξιάτικο βράδυ το 1844, έγινε μια συνομιλία μεταξύ δυο νεαρών η οποία προμήνυσε μια νέα εποχή για την ανθρώπινη φυλή. Στην πόλη Σιράζ, ένας Πέρσης έμπορος ανακοίνωσε σε έναν ταξιδιώτη, ότι ήταν ο Φορέας μιας Θείας Αποκάλυψης που εμέλλετο να μεταμορφώσει την πνευματική ιστορία της ανθρωπότητας. Το όνομα του εμπόρου ήταν Σεγιέντ Αλί-Μοχαμάντ και είναι γνωστός στην ιστορία με τον τίτλο Μπαμπ (που σημαίνει “η Πύλη” στα αραβικά).
Η περίοδος στα μέσα του 19ου αιώνα ήταν μια από τις πιο ταραχώδεις εποχές στην παγκόσμια ιστορία. Βρίσκονταν υπό εξέλιξη μεγάλες επαναστάσεις. Σε ορισμένα μέρη της Ευρώπης και της Βόρειας Αμερικής, πεπαλαιωμένες κοινωνικές δομές και σχέσεις αμφισβητούνταν από τις ραγδαίες και άνευ προηγουμένου αλλαγές στους τομείς της γεωργίας, της βιομηχανίας και των οικονομικών. Την ίδια στιγμή, σε όλο τον κόσμο, οπαδοί διαφόρων θρησκειών αντιλαμβάνονταν ότι η ανθρωπότητα βρισκόταν στο σημείο καμπής μιας νέας φάσης στην ανάπτυξή της, και πολλοί ήταν εκείνοι που ετοιμάζονταν για τον επικείμενο ερχομό του Υποσχεμένου, προσευχόμενοι φλογερά να Τον αναγνωρίσουν.
Μιρζά Χοσέιν-Αλί
Η πιο εξέχουσα προσωπικότητα που ασπάστηκε την Πίστη του Μπαμπ ήταν ο γιός ενός εύπορου υπουργού. Ο Μιρζά Χοσέιν-Αλί, ήταν ένας νεαρός ευυπόληπτος ευγενής που είχε απαρνηθεί μια θέση στη βασιλική αυλή για να φροντίζει τους κατατρεγμένους και τους φτωχούς. Μία μέρα, ο ο Μολλά Χοσέιν, ο πρώτος που αναγνώρισε τον Μπαμπ, έφτασε στην Τεχεράνη ακολουθώντας τις οδηγίες του Κυρίου του για ν’ αναζητήσει κάποια εξέχουσα προσωπικότητα που θα ήταν, όπως είχε πληροφορηθεί, ιδιαιτέρως δεκτική στο μήνυμα του Μπαμπ.

Η επιστολή που έλαβε ο Μιρζά Χοσέιν-Αλί από τον Μπαμπ προκάλεσε άμεση ανταπόκριση. Εκεί αναγνώρισε τη φύση της Θείας Αποκάλυψής «Όποιος πιστεύει στο Κοράνι,» δήλωσε, «και αναγνωρίζει τη θεϊκή του προέλευση, κι όμως διστάζει, έστω και για μια στιγμή να παραδεχτεί ότι αυτά τα λόγια που συγκινούν την ψυχή, είναι προικισμένα με την ίδια αναζωογονητική δύναμη, έχει βεβαιότατα σφάλλει στην κρίση του και έχει παρεκτραπεί από τον δρόμο της δικαιοσύνης.»
Παρόλο που δεν συναντήθηκαν ποτέ οι δυο τους, ο Μπαμπ γνώριζε ότι ο Μιρζά Χοσέιν-Αλί – που είχε τον τίτλο Μπαχαολλά – ήταν «Αυτός τον Οποίο θα φανερώσει ο Θεός», ο Θείος Εκπαιδευτής του Οποίου την έλευση προανήγγελλε ο Μπαμπ.
Μια Ιστορική Συνδιάσκεψη
Ενώ ο Μπαμπ βρισκόταν φυλακισμένος στο βόρειο Ιράν, η Πίστη Του συνέχισε να εξαπλώνεται σε όλη τη χώρα. Τον Ιούνιο του 1848 μια μεγάλη ομάδα των οπαδών Του συναντήθηκε στο χωριό Μπαντάστ (Badasht). Η συνάντηση αυτή έμελλε να είναι ένα ορόσημο στην ιστορία του κινήματος. Εκεί συζήτησαν ποια ήταν η αξίωση του κινήματός τους, πώς θα επιτύγχαναν τους στόχους τους παρά το αυξανόμενο κύμα αντίστασης και πώς θα εξασφάλιζαν την απελευθέρωση του Μπαμπ. Στο Μπαντάστ ήταν που αντιλήφθηκαν ότι η αποστολή του Μπαμπ ερχόταν σε μια ξαφνική, ολοκληρωτική και κρίσιμη ρήξη με τις θρησκευτικές και κοινωνικές παραδόσεις του παρελθόντος.
Ανάμεσα στους παρευρισκομένους ήταν και η ποιήτρια Ταχερέ (Tahirih). Η συνάντηση ηλεκτρίστηκε από τις κατηγορηματικές επεξηγήσεις της για τις επιδράσεις του μηνύματος του Μπαμπ. Εκείνος ήταν, ανακοίνωσε η Ταχερέ, η επί μακρόν αναμενόμενη Θεία Φανέρωση και ο ιδρυτής μιας νέας ανεξάρτητης θρησκευτικής αποστολής. Για την τεκμηρίωση αυτής της θέσης, εμφανίστηκε σε μια περίσταση χωρίς το κάλυμμα που επιβάλλεται από τις Ισλαμικές παραδόσεις. Η πράξη αυτή αποτέλεσε μια σφοδρή δοκιμασία πίστης για μερικούς από τους μπαμπί και η είδηση της συνάντησης προκάλεσε ακόμη περισσότερο την αντίδραση των μουσουλμάνων κληρικών.
Ταραχές σε όλη την Περσία
Μετά το Μπαντάστ, 300 περίπου μπαμπί βρέθηκαν πολιορκημένοι στον καταυλισμό που είχαν στήσει βεβιασμένα γύρω από ένα απόμακρο μαυσωλείο στην επαρχία Μαζενταράν. Επειδή είχαν πορευτεί σε όλη την επαρχία διακηρύττοντας με ενθουσιασμό την εμφάνιση του Υποσχεμένου, κατηγορήθηκαν ως αιρετικοί από τους τοπικούς κληρικούς οι οποίοι παρακίνησαν τους κατοίκους ορισμένων χωριών να τους επιτεθούν. Ο νέος πρωθυπουργός απεφάνθη ότι οι μπαμπί πρέπει να συντριβούν και έφτασαν ένοπλες δυνάμεις για να υποστηρίξουν τους τοπικούς μουλάδες.
Η πολιορκία του Σέιχ Ταμπαρσί ήταν μια απρόσμενη ταπείνωση για τους εχθρούς του Μπαμπ. Για μήνες κατέφθαναν αλλεπάλληλες δυνάμεις του στρατού, χιλιάδες στρατιώτες, για να νικήσουν τους μπαμπί. Αυτοί οι «εκστασιασμένοι από τον Θεό»μαθητές που δεν είχαν καμία στρατιωτική εκπαίδευση, και κανέναν εξοπλισμό, αμύνθηκαν ηρωικά ενάντια σε έναν οργανωμένο στρατό που είχε τις ευλογίες των κληρικών, την υποστήριξη του τοπικού πληθυσμού και τους πόρους του κράτους.
Τελικά οι μπαμπί, καταβεβλημένοι από την ασιτία και τις απώλειες ενός μεγάλου ποσοστού των μελών τους, συμπεριλαμβανομένου και του πρώτου αποστόλου του Μπαμπ, τον Μουλλά Χοσέιν, εξαπατήθηκαν κατόπιν ενός σοβαρού όρκου που πάρθηκε σ’ ένα αντίγραφο του Κορανίου ότι αν παραδίνονταν θα αφήνονταν ελεύθεροι. Δεν είχαν καλά καλά πατήσει έξω από το φρούριο, ωστόσο, όταν δέχτηκαν επίθεση. Πολλοί σκοτώθηκαν επί τόπου, άλλοι πιάστηκαν και βασανίστηκαν μέχρι θανάτου και εκείνοι που επέζησαν, άλλοι έχασαν την περιουσία τους και άλλοι πουλήθηκαν ως σκλάβοι.
Άλλα δυο μέρη έζησαν παρόμοιες σκηνές.Στο Νεϊρίζ και στο Ζαντζάν, οι ένοπλες δυνάμεις της κυβέρνησης υποστήριξαν όχλο που είχε υποκινηθεί φτάνοντας σε κατάσταση παραφροσύνης. Στο Νεϊρίζ ακόμη και η ηγεσία μιας τόσο εξέχουσας προσωπικότητας όπως αυτήν του Βαχίντ, δεν κατάφερε να κατευνάσει την οργή των τοπικών αρχών και του όχλου που είχαν διεγείρει. Ο Βαχίντ χάθηκε στη σφαγή που ακολούθησε την κατάληψη του μικρού φρουρίου όπου είχαν καταφύγει οι πολιορκημένοι μπαμπί. Στο Νεϊρίζ, όπως και στο Ταμπαρσί, η παράδοση των αμυνόμενων μπαμπί εξασφαλίστηκε με ψευδείς υποσχέσεις φιλίας και ειρήνης που υπογράφηκαν και σφραγίστηκαν πάνω σε ένα αντίγραφο του Κορανίου. Λίγο μετά την παράδοσή τους, οι φυλακισμένοι σφαγιάστηκαν.
Ένα Συντριπτικό Πλήγμα
Ο πρωθυπουργός Αμίρ Καμπίρ ήταν αποφασισμένος να πλήξει την εξέγερση στην καρδιά της. O Μπαμπ μεταφέρθηκε στην Ταυρίδα όπου κορυφαίοι λόγιοι είχαν κληθεί να αποφανθούν επί του θέματος με βάση τη θρησκευτική και όχι την αστική νομοθεσία. Όπως είχε προβλέψει ο πρωθυπουργός, οι κληρικοί συνεργάστηκαν πρόθυμα υπογράφοντας μια επίσημη διαταγή εκτέλεσης με την κατηγορία της αίρεσης και αποστασίας. Ο Μπαμπ εκτελέστηκε δημόσια υπό εξαιρετικά ασυνήθιστες συνθήκες το μεσημέρι της 9ης Ιουλίου 1850.
Για τους μπαμπί, η εκτέλεση του Μπαμπ τόσο σύντομα μετά από τον βίαιο θάνατο πλήθους σημαντικών υποστηρικτών της Πίστης Του, ήταν ένα συντριπτικό πλήγμα. Στέρησε από την κοινότητα την ηγεσία που χρειαζόταν όχι μόνο για να αντέχει τους έντονους διωγμούς που βίωνε, αλλά και για να διατηρεί την ακεραιότητα των προτύπων συμπεριφοράς που είχε διδάξει ο Μπαμπ.

Οι μπαμπί τόνιζαν συνεχώς ότι το μοναδικό τους μέλημα ήταν η διακήρυξη των πνευματικών και κοινωνικών διδασκαλιών που είχε αποκαλύψει ο Μπαμπ. Την ίδια στιγμή πίστευαν ότι καθήκον τους ήταν να υπερασπίζονται τον εαυτό τους και τις οικογένειές τους αρκεί να μην εμπλέκονταν σε καμία επιθετική ενέργεια. Όταν η καθοδηγητική βοήθεια που δινόταν από εκείνους που είχαν κατανοήσει το μήνυμα του Μπαμπ έπαψε να υπάρχει εξαιτίας της βάναυσης καταπίεσης, ήταν αναμενόμενο κάποιοι απερίσκεπτοι ανάμεσα στους μπαμπί να μην μπορέσουν να τηρήσουν την αρχική πειθαρχία.
Αυτό συνέβη όταν τον Αύγουστο του 1852, δυο μπαμπί πυροβόλησαν τον Βασιλιά. Ο Βασιλιάς διέφυγε τον σοβαρό τραυματισμό διότι το όπλο ήταν κυνηγετικό για πουλιά .Ωστόσο η απόπειρα κατά της ζωής του μονάρχη προκάλεσε ένα νέο κύμα διωγμών ξεπερνώντας κάθε προηγούμενο στην ιστορία της χώρας. Χιλιάδες, άνδρες, γυναίκες και παιδιά θανατώθηκαν υπό συνθήκες φρικτής αγριότητας. Έχοντας πληροφορηθεί ότι η περιουσία των “αποστατών” ήταν κατασχέσιμη, πολλοί τοπικοί άρχοντες άρχισαν να καταδιώκουν τους οπαδούς του Μπαμπ. Στην Τεχεράνη οι διάφορες συντεχνίες εμπόρων, φουρνάρηδες, κρεοπώλες, ξυλουργοί και άλλοι, ανταγωνίζονταν ο ένας τον άλλον στην επινόηση των πιο σκληρών βασανιστηρίων για τις ομάδες των μπαμπί που αιχμαλώτιζαν.
Πολλοί ιστορικοί και σχολιαστές, μερικοί από τους οποίους ήταν αυτόπτες μάρτυρες αυτών των γεγονότων, έχουν γράψει για τους διωγμούς και τα βασανιστήρια των οπαδών του Μπαμπ, τις συγκινητικές πράξεις γενναιότητας που Εκείνος ενέπνεε, καθώς και για τη δική Του γοητεία και λαμπρότητα.
To νέο κύμα διωγμών αποθράσυνε και όσους ήθελαν να σιωπήσουν την Ταχερέ που μιλούσε πάντα με αποφασιστικότητα και παρρησία. Ωστόσο, όταν εκείνη ενημερώθηκε για την καταδίκη της σε θάνατο, λέγεται ότι είπε στον δεσμοφύλακά της: «Μπορείτε να με θανατώσετε όποτε θέλετε, αλλά δεν μπορείτε να σταματήσετε τη χειραφέτηση των γυναικών».
Το Τέλος της Μπαμπί Αποκάλυψης
Για μια σύντομη περίοδο, η Περσία όλη, βρισκόταν στο χείλος της κοινωνικής αλλαγής. Η ματαίωση μιας τέτοιας μεταμόρφωσης προήλθε από τις παρεμβάσεις των πολιτικών και θρησκευτικών ηγετών που φοβούνταν ότι ο Μπαμπ απειλούσε την εξουσία που είχαν αποκτήσει λόγω της θέσης τους.
Η απεριόριστη σκληρότητα αυτών των ηγετών εξάντλησε και συνέτριψε τους οπαδούς του Μπαμπ στερώντας τους τους πόρους ζωής και την καθοδήγηση των ηγετών τους. Οι θυσίες τους όμως δεν ήταν μάταιες. Σε αντίθεση με τους οραματιστές του παρελθόντος οι οποίοι προσέβλεπαν σε ένα μακρινό μέλλον για μια εποχή κατά την οποία «η γη θα γεμίσει με τη γνώση της δόξας του Κυρίου», ο Μπαμπ με την ίδια Του την εμφάνιση, σήμανε τη χαραυγή της «Ημέρας του Θεού» που είχε επιτέλους έρθει προετοιμάζοντας τον δρόμο για μια ακόμη μεγαλύτερη Αποκάλυψη που θα απελευθερωνόταν μέσω του Μπαχαολλά.